ἀδικίαι

ἀδικίαι
ἀδικία
wrongdoing
fem nom/voc pl
ἀδικίᾱͅ , ἀδικία
wrongdoing
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἀδικίᾳ — ἀδικίαι , ἀδικία wrongdoing fem nom/voc pl ἀδικίᾱͅ , ἀδικία wrongdoing fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • безправьдиѥ — БЕЗПРАВЬДИ|Ѥ (1*), ˫А с. Беззаконие, грех, несправедливость: грустъко согрѣшающимъ намъ. бес правьды находѩть. но всѩ правымъ судомь б҃иимь. и бесправьди˫а наша исходатають намъ зла˫а. (αἱ ἀδικίαι) ПНЧ XIV, 112б …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Πηγάς, Μελέτιος — (Χάνδακας, Κρήτη 1549 – Αλεξάνδρεια 1601). Πατριάρχης Αλεξανδρείας κι ένας από τους πιο αξιόλογους ιεράρχες και λόγιους των χρόνων της τουρκοκρατίας. Μαθητής του Μελέτιου Βλαστού στην Κρήτη, συμπλήρωσε αργότερα τις σπουδές του στην Πάντοβα της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”